διαυγῶν

διαυγῶν
διαυγάζω
glance
fut part act masc voc sg
διαυγάζω
glance
fut part act neut nom/voc/acc sg
διαυγάζω
glance
fut part act masc nom sg (attic epic ionic)
διαυγάζω
glance
fut part act masc voc sg
διαυγάζω
glance
fut part act neut nom/voc/acc sg
διαυγάζω
glance
fut part act masc nom sg (attic epic ionic)
διαυγάζω
glance
pres part act masc nom sg (attic epic doric)
διαυγέω
dawn
pres part act masc nom sg (attic epic doric)
διαυγής
translucent
masc/fem/neut gen pl (attic epic doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • αδουλαίος — Ορυκτό των εκρηξιγενών και μεταμορφωσιγενών πετρωμάτων και ειδικότερα των κρυσταλλικών σχιστόλιθων. Είναι παραλλαγή του ορθοκλάστου και παρουσιάζεται με τη μορφή μεγάλων διαυγών και άχρωμων κρυστάλλων. Ωραιότατοι κρύσταλλοι α. βρίσκονται στους… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”